Ο γάμος έχει χαρακτηριστεί ως “ένα ισοζύγιο ανταλλαγής και ενισχύσεων”. Στην αρχή του γάμου όλα τα νιόπαντρα ζευγάρια επιθυμούν και επιδιώκουν μία επιτυχημένη και ευτυχισμένη συμβίωση, όπου θα κυριαρχούν η αγάπη, ο έρωτας, η αλληλοϋποστήριξη, ο σεβασμός, η ειλικρίνεια, η εμπιστοσύνη και ο ρομαντισμός. Τα περισσότερα ζευγάρια έχουν την πεποίθηση ότι η δική τους σχέση είναι διαφορετική και πιο δυνατή από των άλλων, επομένως στο πέρασμα των χρόνων θα παραμείνει αλώβητη και αρμονική.

Στην πραγματικότητα όμως και όπως δείχνουν τα δεδομένα που διαθέτουμε, ο θεσμός του γάμου περνάει κρίση και ποσοστό 40% με 50% καταλήγουν σε διαζύγιο. Το ποσοστό είναι ιδιαίτερα υψηλό και αυτό συμβαίνει γιατί μερικοί σύζυγοι συνειδητοποιούν κάποια στιγμή ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και τις σχεδόν καθημερινές συγκρούσεις του γάμου τους. Η κατάσταση αυτή με τη σειρά της οδηγεί σε συναισθήματα όπως η δυσαρέσκεια, η απογοήτευση, η υπερένταση. Συχνά τα αρνητικά συναισθήματα οδηγούν σε δυσλειτουργικές συμπεριφορές και ο κάποτε επιτυχημένος γάμος και τα όνειρα αιώνιας αφοσίωσης και αγάπης, αρχίζουν να καταρρέουν.

Καθώς εδώ μιλάμε για τη σχέση δύο ατόμων, είναι αναμφισβήτητο ότι η συμπεριφορά του ενός επηρεάζει και επηρεάζεται άμεσα από τον άλλο σύντροφο. Στα ευτυχισμένα ζευγάρια, η αλληλεπίδραση αυτή τείνει να είναι σε γενικές γραμμές θετική, οδηγώντας έτσι σε ενίσχυση των θετικών συμπεριφορών και από τις δύο πλευρές, ενώ στα δυστυχισμένα κυριαρχεί η αρνητική ενίσχυση και η τιμωρία, καθώς εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο αρνητικών αλληλεπιδράσεων. Σε αυτή την περίπτωση η σχέση δεν οδηγείται ούτε μπροστά ούτε πίσω. Αντιθέτως καθηλώνεται σε ένα κλίμα απογοήτευσης, κούρασης και στεναχώριας.

Σύμφωνα με τον Beck, τα πιο συνηθισμένα προβλήματα ενός γάμου είναι τα ακόλουθα:

  • Η δύναμη του αρνητικού τρόπου σκέψης, το πώς δηλαδή οι αρνητικές πεποιθήσεις του κάθε συντρόφου μπορούν να επισκιάσουν τις θετικές πλευρές ενός γάμου
  • Η μετάβαση από την εξιδανίκευση στην απομυθοποίηση του συντρόφου. Δηλαδή τη δυσκολία ρεαλιστικής κατανόησης των θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών του συντρόφου και την υϊοθέτηση μη ρεαλιστικών προσδοκιών  
  • Η σύγκρουση των διαφορετικών αντιλήψεων των συντρόφων
  • Η επιβολή αυστηρών προσδοκιών και κανόνων στον σύντροφο, δηλαδή οι υποχρεώσεις και τα “πρέπει” που επιβάλλει ο ένας στον άλλον περιλαμβάνουν και μια μορφή τιμωρίας σε περίπτωση που ο σύντροφος δεν ανταποκριθεί σ’ αυτά
  • Η δυσλειτουργική επικοινωνία
  • Οι συγκρούσεις σχετικά με τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.

Σχεδόν όλα τα ζευγάρια βιώνουν περιόδους κατά τις οποίες χρειάζεται να αποφασίσουν αν θα προσπαθήσουν και πάλι από την αρχή ή αν θα χωρίσουν. Καθώς δεν υπάρχει καμία μαγική συνταγή, πειραματίζονται, ώστε να βρουν έναν τρόπο να διορθώσουν ό,τι τα δυσκολεύει και να είναι στο εξής χαρούμενοι ο ένας με τον άλλο. Ωστόσο, συχνά αυτός ο τρόπος δε λειτουργεί και χρειάζεται να αλλάξει. Είναι σύνηθες αυτό να συμβαίνει αρκετές φορές στην πορεία της σχέσης και του γάμου. Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, τα ζευγάρια μπορούν να επωφεληθούν από τη θεραπεία.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους μπορεί ένα ζευγάρι ν’ αναζητήσει θεραπεία. Τέτοιοι είναι οι συχνές και έντονες διαμάχες, η έλλειψη εγγύτητας μεταξύ των συντρόφων, η απουσία ικανοποίησης του ενός από τον άλλο, τα προβλήματα στη μεταξύ τους επικοινωνία, καθώς και σεξουαλικά προβλήματα. Μπορεί βέβαια οι σύντροφοι να έρθουν στη θεραπεία ζητώντας βοήθεια για συμπτώματα όπως άγχος και κατάθλιψη, όμως το υποβόσκον πρόβλημα να κρύβεται στη σχέση τους.

Όπως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, έτσι κάθε σχέση και η δυναμική της είναι μοναδικά. Η αναζήτηση όμως θεραπείας αποτελεί ουσιαστικά τη συνειδητή και γενναία προσπάθεια δύο συντρόφων να ζητήσουν βοήθεια από έναν ειδικό προκειμένου να κατανοήσουν τον τρόπο που αλληλεπιδρούν και πού αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται αλλά και χάνονται. Για κάποια ζευγάρια αυτή η διαδικασία φαντάζει ιδιαίτερα δύσκολη και σχεδόν ακατόρθωτη, αφού θα πρέπει να ανασύρουν όλα τα προβλήματά τους στην επιφάνεια και να τα συζητήσουν με έναν τρίτο. Χαρακτηρίζω αυτή την απόφαση “γενναία”, καθώς μέσα στη θεραπεία οι σύντροφοι χρειάζεται να είναι ειλικρινείς μεταξύ τους και να παραδεχθούν στον/ην αγαπημένο/η τους πράγματα που ίσως δεν είχαν καταφέρει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι και αρκετά απελευθερωτική, αφού δε χρειάζεται κανένας από τους δύο να κρατά αυτό που νιώθει μέσα του.

Εν τέλει και σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία αποτελεί μία διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα στα ζευγάρια να διερευνήσουν τις δυναμικές της σχέσης τους, όπως αυτή εξελίσσεται μέσα από την πάροδο του χρόνου, να συνειδητοποιήσουν τον ρόλο του καθενός στην κοινή τους πραγματικότητα, να διερευνήσουν τις διαστρεβλώσεις τους και τον τρόπο που οδηγούν σε δυσλειτουργικές συμπεριφορές και αλληλεπιδράσεις, να βελτιώσουν τη μεταξύ τους επικοινωνία και να μπορέσουν να δουν ως σχεδόν “θεατές” τον τρόπο που βιώνουν την κοινή τους πραγματικότητα. Μέσα από την εγκαθίδρυση μιας ισχυρής θεραπευτικής σχέσης, τη χρήση θεραπευτικών τεχνικών και τη θεραπευτική διαδικασία εν γένει θα εργαστούν μαζί για μία καλύτερη καθημερινότητα, που θα έχει ως στόχο την μείωση των εντάσεων και τη βελτίωση της επικοινωνίας.